Ουγγρικά - Αγγλικά

pihen

A1 Ουγγρικά
rest, repose
ΡΉΜΑ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
stop to relax or sleep
Θέματα
relaxation |recovery |sleep |inactivity |daily_life |health |core_vocabulary
Ορισμός

To stop doing work, movement, or activity in order to relax, recover strength, or sleep.

ΡΉΜΑ A1 LITERARY
1
Μοτίβο χρήσης:
pihen vhol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To rest or relax
Θέματα
rest |relaxation |calm |stillness |location |daily_life |health |core_vocabulary
Ορισμός

To be in a state of rest or relaxation, especially in a calm or dignified way.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε