Ουγγρικά - Αγγλικά

pisi

A1 Ουγγρικά
pee, wee
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
egy pisi; valakinek/valaminek a pisije
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
an act of urinating; urine
Θέματα
bodily_functions |urine |bathroom |informal |health |body |daily_life
Ορισμός

An act of urinating, or a small amount of urine, especially in casual or childlike speech.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A1 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
pisi; pisit csinál; pisire megy
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
urine; children's word
Θέματα
body |urine |child_language |informal |toilet |health |daily_life
Ορισμός

Urine, especially when referred to using a child's or joking word.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε