Ουγγρικά - Αγγλικά

pislákol

B2 Ουγγρικά
flicker, twinkle, glimmer
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
fény/láng pislákol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Shine with unsteady light
Θέματα
light |flame |brightness |unsteady_motion |core_vocabulary
Ορισμός

To give off light that changes rapidly in brightness or appears unsteady.

ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
fény/csillag/lámpa pislákol
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
shine with small quick flashes
Θέματα
light |stars |flicker |shine |night |decoration |nature |science
Ορισμός

To shine with many small, brief flashes of light, often appearing to go brighter and dimmer in a gentle way.

ΡΉΜΑ B2 LITERARY
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to shine faintly or weakly
Θέματα
light |faint_light |shining |literary |nature |core_vocabulary
Ορισμός

To shine with a faint, weak, or unsteady light.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε