pisztolyhős
C1
Ουγγρικά
gun
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
INFORMAL
2
gun
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A person skilled in shooting or armed work
Θέματα
people
|firearms
|shooting
|skill
|crime
|competition
|informal
|law
|sports
Ορισμός
A person who uses guns skillfully, often for protection, crime, or competition.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.