polarizálódik
C1
Ουγγρικά
polarize
ΡΉΜΑ
C1
TECHNICAL
2
polarize
C2
Μοτίβο χρήσης:
anyag/molekula polarizálódik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
give electric polarity
Θέματα
physics
|electricity
|chemistry
|materials
Ορισμός
To cause an object, substance, molecule, or electrical component to develop opposite electric charges or poles.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.