Ουγγρικά - Αγγλικά

pótnagyi

B2 Ουγγρικά
grandma
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2 INFORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek a pótnagyija
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
elderly woman in grandmother role
Θέματα
family |community |elderly |surrogate_family |affection |relationships |daily_life
Ορισμός

An older woman, not necessarily a biological grandmother, who is seen or treated like a grandmother in a family or community.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε