Ουγγρικά - Αγγλικά

praktizál

B2 Ουγγρικά
practice, practise
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
orvosként/ügyvédként praktizál; vmely helyen praktizál
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
perform regularly as work or belief system
Θέματα
profession |work |law |medicine |religion |core_vocabulary
Ορισμός

To do something regularly as part of one's job, profession, or beliefs.

ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
orvosként/ügyvédként praktizál
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Work in a professional job
Θέματα
profession |law |medicine |license |work |business |core_vocabulary
Ορισμός

To work in a particular profession, especially one that requires training and qualification.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε