Ουγγρικά - Αγγλικά

predátor

C1 Ουγγρικά
predator
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Μοτίβο χρήσης:
online/szexuális predátor
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person who cruelly exploits others
Θέματα
exploitation |abuse |crime |online_safety |power |relationships |law
Ορισμός

A person who cruelly or dishonestly uses, harms, or controls other people for their own benefit, often in sexual, emotional, or financial ways.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε