Ουγγρικά - Αγγλικά

profitál

B2 Ουγγρικά
benefit, profit
ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
profitál valamiből
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to get help or advantage
Θέματα
advantage |positive_outcome |help |gain |core_vocabulary
Ορισμός

To receive an advantage, improvement, or positive result from something.

ΡΉΜΑ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
profitál valamiből
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To gain money or benefit
Θέματα
finance |business |advantage |benefit |gain |core_vocabulary
Ορισμός

To obtain an advantage, monetary gain, or other benefit as a result of an action or situation.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε