Ουγγρικά - Αγγλικά

proliferál

C1 Ουγγρικά
proliferate
ΡΉΜΑ C1 TECHNICAL
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
cells multiply and grow
Θέματα
biology |cells |cell_division |growth |medicine |health |science
Ορισμός

To grow and increase in number by producing new cells, especially through cell division.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε