Ουγγρικά - Αγγλικά

prostitúció

B2 Ουγγρικά
prostitution
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
selling sexual services for payment
Θέματα
sex_work |money |income |society |crime |health |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

The practice of having sexual activity with people in exchange for money or other payment, usually as a regular way of earning income.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε