pszichoaktív szer
C1
Ουγγρικά
substance
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
C1
2
substance
B2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a drug or narcotic
Θέματα
drug
|illegal_drugs
|health
|law
|addiction
|core_vocabulary
Ορισμός
A drug, especially an illegal one, that affects the mind or body.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.