Ουγγρικά - Αγγλικά

rab

A2 Ουγγρικά
prisoner, inmate
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person held in prison
Θέματα
law_crime |prison |detention |punishment |law |daily_life
Ορισμός

A person who is kept in a prison as a punishment for a crime or while waiting for trial.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
person held in a prison
Θέματα
law |crime |prison |detention |core_vocabulary
Ορισμός

A person who is confined in a prison, jail, or similar correctional facility, usually as a result of being charged with or convicted of a crime.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε