Ουγγρικά - Αγγλικά

rágcsál

B1 Ουγγρικά
gnaw, chew, munch
ΡΉΜΑ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
vmit rágcsál
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
bite and chew repeatedly
Θέματα
animals |biting |chewing |hard_material |food |daily_life
Ορισμός

To bite and chew something repeatedly, especially to remove small pieces from a hard surface.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
rágcsál vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Bite something without eating it
Θέματα
habit |objects |gum |mouth |teeth |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

To bite or gnaw at something repeatedly, often without the intention of eating it, such as gum, a pencil, or fingernails.

ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
rágcsál vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
chew food steadily and noisily
Θέματα
food |eating |chewing |sound |daily_life
Ορισμός

To chew food steadily, often making a crunching sound.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε