Ουγγρικά - Αγγλικά

regeneráló

B2 Ουγγρικά
recuperative, restorative
B2 FORMAL
1
Μοτίβο χρήσης:
regeneráló + noun
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
helping you recover strength
Θέματα
health_recovery |rest |energy |restorative |health |wellbeing
Ορισμός

Helping someone regain health, energy, or strength after illness, stress, or exertion; restorative.

C1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
refreshing; gives back strength
Θέματα
recovery |wellbeing |relaxation |energy |health |daily_life
Ορισμός

Helping you recover your strength, energy, or good mood after effort, stress, or illness.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε