rendszeresen jár valahová
A2
Ουγγρικά
frequent
ΡΉΜΑ
A2
FORMAL
1
frequent
C1
Μοτίβο χρήσης:
valaki rendszeresen jár valahová
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to visit a place often
Θέματα
visiting
|habit
|regular_activity
|places
|daily_life
|travel
Ορισμός
To visit a particular place regularly or often.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.