Ουγγρικά - Αγγλικά

rendszeresen látogat

B1 Ουγγρικά
frequent
ΡΉΜΑ B1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
valaki rendszeresen látogat egy helyet
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to visit a place often
Θέματα
visiting |habit |regular_activity |places |daily_life |travel
Ορισμός

To visit a particular place regularly or often.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε