Ουγγρικά - Αγγλικά

reteszzár

C1 Ουγγρικά
deadlock
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
secure door lock
Θέματα
security |door_hardware |home |lock |buildings
Ορισμός

A door lock, especially in British and Australian English, with a bolt that is not spring-loaded and is harder to force open; in American English, usually called a deadbolt.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε