Ουγγρικά - Αγγλικά

rongáló

B2 Ουγγρικά
destructive
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
rongáló viselkedés; rongáló személy
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having a habit of causing damage
Θέματα
behavior |people |animals |anger |damage |objects |daily_life |emotions
Ορισμός

Describing a person or animal that regularly damages or destroys things, especially when angry or not controlled.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε