rönk
B1
Ουγγρικά
log
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
log
A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Part of a cut tree trunk
Θέματα
wood
|tree
|firewood
|forestry
|construction
|nature
|core_vocabulary
Ορισμός
A large piece of a tree trunk or thick branch that has been cut, usually after the tree has been felled.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.