Ουγγρικά - Αγγλικά

sánta

B1 Ουγγρικά
lame, halt
B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
unable to walk properly
Θέματα
mobility |disability |injury |animals |health |body
Ορισμός

Unable to walk normally because of an injury, illness, or defect in the leg or foot, especially of a person or animal.

B1 ARCHAIC
1
Μοτίβο χρήσης:
sánta ember/állat
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
lame; walking with difficulty
Θέματα
disability |walking |archaic_usage |person |health |body
Ορισμός

Unable to walk normally, typically because of injury or disability; lame.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε