sántítás
B2
Ουγγρικά
limp
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
limp
B2
Μοτίβο χρήσης:
sántítása van; sántítva jár
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
an uneven way of walking
Θέματα
movement
|walking
|injury
|body
|health
Ορισμός
A way of walking with difficulty and an uneven step because one leg or foot is painful, weak, or injured.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.