Ουγγρικά - Αγγλικά

sárm

B2 Ουγγρικά
charm
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
valakinek a sármja; beveti a sármját
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
power to influence by being pleasant
Θέματα
charisma |persuasion |social_influence |personality |relationships |communication |core_vocabulary
Ορισμός

The power or ability to influence or persuade people by being pleasant and attractive in manner.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε