segítség nélkül
A2
Ουγγρικά
unassisted, alone
B1
FORMAL
1
unassisted
B2
Μοτίβο χρήσης:
ige + segítség nélkül
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
without help (as an adverb)
Θέματα
without_assistance
|on_ones_own
|daily_activity
|autonomy
|daily_life
|work
|health
Ορισμός
Without assistance; on one’s own.
A2
2
alone
A2
Μοτίβο χρήσης:
vmit segítség nélkül csinál/old meg
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Without help or support
Θέματα
unaided
|independence
|support
|effort
|core_vocabulary
Ορισμός
Without help, influence, or support from other people.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.