Ουγγρικά - Αγγλικά

sértettség

B2 Ουγγρικά
offence, offense
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
sértettséget érez; sértettségében
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
feeling insulted or upset
Θέματα
emotion |offense |insult |reaction |communication |emotions |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

A feeling of hurt, anger, or annoyance caused by something perceived as rude or disrespectful.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε