sétáló
A2
Ουγγρικά
walker
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
A2
2
walker
A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person who travels on foot
Θέματα
person
|walking
|pedestrian
|exercise
|urban_life
|daily_life
|core_vocabulary
Ορισμός
A person who moves about by walking, especially for exercise or as a habit.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.