sikoltás
B2
Ουγγρικά
scream, shriek
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
2
Μοτίβο χρήσης:
egy sikoltás; sikoltást hall
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
A loud, high-pitched cry
Θέματα
sound
|voice
|fear
|pain
|surprise
|excitement
|emotion
|communication
|emotions
|core_vocabulary
Ορισμός
A sudden, loud, high-pitched cry made by a person or animal, often from fear, pain, or excitement.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.