Ουγγρικά - Αγγλικά

sípolva lélegezik

B2 Ουγγρικά
wheeze
ΡΉΜΑ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
breathe with a whistling sound
Θέματα
breathing |health |respiratory |symptom |sound |body |medicine
Ορισμός

To breathe with a high, whistling sound, usually because the airways are partly blocked, for example by asthma or a chest infection.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε