Ουγγρικά - Αγγλικά

skippel

B2 Ουγγρικά
flex
ΡΉΜΑ B2 SLANG
2
Μοτίβο χρήσης:
skippel egy órát/programot
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
to cancel or skip something
Θέματα
absence |plans |school |meetings |last_minute |slang |daily_life |education
Ορισμός

To decide not to attend or do a planned class, event, or activity, often at the last minute.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε