Ουγγρικά - Αγγλικά

skót

A2 Ουγγρικά
scotch, scot
A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
From Scotland (dated)
Θέματα
scotland |nationality |culture |origin |core_vocabulary
Ορισμός

Relating to Scotland, its people, or its culture; now generally replaced by 'Scottish' except in certain fixed expressions.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a person from Scotland
Θέματα
nationality |person |scotland |core_vocabulary |relationships
Ορισμός

A person who is from Scotland or of Scottish nationality.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε