Ουγγρικά - Αγγλικά

stop

B2 Ουγγρικά
freeze
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
árstop; létszámstop; felvételi stop
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
official stop on changes or activity
Θέματα
economy |policy |business |wages |prices |hiring |work
Ορισμός

A period during which increases or certain activities, especially in prices, wages, or hiring, are officially stopped.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε