Ουγγρικά - Αγγλικά

strichel

C1 Ουγγρικά
trick, solicit
ΡΉΜΑ C1 SLANG
2
Μοτίβο χρήσης:
strichel; stricheléssel keres pénzt
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
sex act or client in prostitution
Θέματα
sex_work |slang |client |payment |relationships |law |health
Ορισμός

In the context of prostitution, a paying customer or the act of having sex with such a customer.

ΡΉΜΑ C1 FORMAL
2
Μοτίβο χρήσης:
strichel az utcán
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
To offer sex for payment
Θέματα
sex_work |prostitution |law |public_order |crime |relationships |daily_life
Ορισμός

To offer sexual services to someone in exchange for money, usually in a public place.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε