Ουγγρικά - Αγγλικά

strike

B2 Ουγγρικά
strike
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
strike-ot dob/gurít
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Forceful hitting action/event
Θέματα
physical_impact |sports |bowling |weather |electricity |daily_life |core_vocabulary
Ορισμός

An act of hitting something forcefully and deliberately, often in sports or combat.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε