sül
A1
Ουγγρικά
bake
ΡΉΜΑ
A1
2
bake
A2
Μοτίβο χρήσης:
valami sül; valaminek sülnie kell
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Cook food in an oven
Θέματα
cooking
|food
|oven
|heat
|food_drink
|daily_life
Ορισμός
To cook food by exposing it to steady dry heat, typically in an oven.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.