Ουγγρικά - Αγγλικά

szabotázs

B2 Ουγγρικά
sabotage
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
deliberate damaging obstruction
Θέματα
deliberate_damage |disruption |obstruction |crime |infrastructure |workplace |conflict |politics |work
Ορισμός

Deliberate damage, disruption, or obstruction intended to prevent something from working or succeeding.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε