Ουγγρικά - Αγγλικά

szakállas

A2 Ουγγρικά
bearded
A2
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having a beard
Θέματα
appearance |facial_hair |people |body |core_vocabulary
Ορισμός

Having a beard of noticeable length on the lower part of the face.

B2 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
szakállas + állat- vagy növénynév
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
having beard-like structures
Θέματα
biology |animals |plants |morphology |hair_like_growth |nature
Ορισμός

Used of animals, plants, or parts of them: having noticeable hair-like, bristly, or tufted structures referred to as a beard.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε