Ουγγρικά - Αγγλικά

szándékosság

C1 Ουγγρικά
intent
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1 TECHNICAL
2
Μοτίβο χρήσης:
szándékosságot bizonyít; a cselekmény szándékossága
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
mental decision to do something, esp. crime
Θέματα
law |crime |criminal_intent |mental_state
Ορισμός

In law, the state of mind in which a person decides to carry out a particular act, especially a criminal one.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε