Ουγγρικά - Αγγλικά

szarvasféle

C1 Ουγγρικά
deer
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ C1
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Hoofed wild mammal (Cervidae)
Θέματα
animal |mammal |wildlife |forest |herbivore |hoofed_animal |animals |nature |core_vocabulary
Ορισμός

A wild, hoofed, plant‑eating mammal of the family Cervidae, such as a stag, doe, elk, or reindeer, typically living in forests, grasslands, or mountains.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε