Ουγγρικά - Αγγλικά

szegénység

A2 Ουγγρικά
poverty, want
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Μοτίβο χρήσης:
szegénységben él; szegénységből kitör
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
State of being very poor
Θέματα
society |money |deprivation |basic_needs |finance |core_vocabulary
Ορισμός

The condition of having insufficient money or material possessions to meet basic needs.

ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ A2
2
Μοτίβο χρήσης:
szegénységben él
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
state of lacking necessities
Θέματα
poverty |deprivation |hardship |basic_needs |charity |daily_life |finance
Ορισμός

A state of being without the basic necessities of life.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε