Ουγγρικά - Αγγλικά

szegmens

B2 Ουγγρικά
segment
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
piaci szegmens; valaminek a szegmense
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a separate part of something
Θέματα
part_whole |division |portion |business |food |core_vocabulary
Ορισμός

One of the parts into which something is or can be divided.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε