szegmens
B2
Ουγγρικά
segment
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
2
segment
B1
Μοτίβο χρήσης:
piaci szegmens; valaminek a szegmense
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
a separate part of something
Θέματα
part_whole
|division
|portion
|business
|food
|core_vocabulary
Ορισμός
One of the parts into which something is or can be divided.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.