Ουγγρικά - Αγγλικά

szegmentál

C1 Ουγγρικά
segment
ΡΉΜΑ C1 TECHNICAL
1
Μοτίβο χρήσης:
valamit valami szerint/alapján szegmentál
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
divide into separate parts
Θέματα
division |analysis |organization |marketing |technical |core_vocabulary
Ορισμός

To divide something into separate parts or sections.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε