széklet
B2
Ουγγρικά
shit, stool
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
TECHNICAL
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
solid bodily waste (feces)
Θέματα
medicine
|health
|digestion
|body
|waste
|core_vocabulary
Ορισμός
Solid waste material that is passed from the body through the bowels; feces, especially in medical or clinical contexts.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.