szélesedik
B1
Ουγγρικά
widen
ΡΉΜΑ
B1
1
widen
A2
Μοτίβο χρήσης:
vmi szélesedik
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Become wider
Θέματα
width
|increase
|space
|figurative
|inequality
|body_reaction
|core_vocabulary
Ορισμός
To increase in width or extent.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.