Ουγγρικά - Αγγλικά

szélesen

B1 Ουγγρικά
widely, broadly
B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
with great width or openness
Θέματα
width |opening |spread_apart |body_position |facial_expression |core_vocabulary
Ορισμός

With a large distance from side to side; fully open or spread apart.

B1
1
Μοτίβο χρήσης:
szélesen mosolyog/vigyorog
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
with a wide smile
Θέματα
facial_expression |smile |mouth |body_language |emotions |communication |core_vocabulary
Ορισμός

With the mouth or face opened wide, especially when smiling or grinning.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε