Ουγγρικά - Αγγλικά

szélesít

B1 Ουγγρικά
widen, broaden
ΡΉΜΑ B1
2
Μοτίβο χρήσης:
szélesít vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Make something wider
Θέματα
width |increase |causation |construction |road |core_vocabulary
Ορισμός

To increase the width of something.

ΡΉΜΑ B2
2
Μοτίβο χρήσης:
szélesít vmit
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Increase the range or scope
Θέματα
scope |knowledge |experience |education |personal_development |work |core_vocabulary
Ορισμός

To make something include more things, people, ideas, or areas than before, especially knowledge, experience, or activity.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε