Ουγγρικά - Αγγλικά

személyes fejlődés

B2 Ουγγρικά
growth
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Improvement in abilities or character
Θέματα
personal_development |skills |maturity |education |career |core_vocabulary
Ορισμός

An increase in a person's skills, knowledge, or maturity over time.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε