szemtanú
B2
Ουγγρικά
witness
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B2
1
witness
B1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person who sees an event
Θέματα
law
|crime
|accident
|perception
|person
|core_vocabulary
Ορισμός
A person who sees an event, typically a crime or accident, take place.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.