szerelő
B1
Ουγγρικά
mechanic
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
B1
1
mechanic
A2
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Person who fixes machines
Θέματα
jobs
|repair
|vehicles
|machinery
|maintenance
|skilled_work
|work
|transportation
|technology
Ορισμός
A person whose job is to repair and maintain machinery, especially motor vehicles.
Γραμματική
Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.
Εκφράσεις
Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.