Ουγγρικά - Αγγλικά

szerszámkészlet

B1 Ουγγρικά
toolkit
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B1
1
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
portable set of physical tools
Θέματα
tools |repairs |maintenance |equipment |portable |daily_life |work |housing
Ορισμός

A portable set of physical tools, usually kept together in a box, bag, or case, that you use to carry out particular practical tasks such as repairs or maintenance.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε