Ουγγρικά - Αγγλικά

szerzetes testvér

B2 Ουγγρικά
brother
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ B2
1
Μοτίβο χρήσης:
szerzetes testvér; [keresztnév] testvér
Δεν υπάρχουν ακόμη ζεύγη παραδειγμάτων.
Σημασία
Male member of religious order
Θέματα
religion |monastic_life |christianity |religious_title |community |relationships |core_vocabulary
Ορισμός

A man who is a member of a religious community, especially in Christian monastic orders, often without being ordained as a priest.

Γραμματική

Δεν υπάρχουν ακόμη διαθέσιμες γραμματικές πληροφορίες.

Εκφράσεις

Δεν υπάρχουν ακόμη συνδεδεμένες εκφράσεις για αυτή την καταχώριση.

Καλώς ήρθατε ξανά!

Παρακαλούμε συνδεθείτε για να συνεχίσετε

Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφείτε